Carbonate as a noun. CO2−3

Dimitris29

Senior Member
Greek
Greetings.

I'm in desperate need of translating "Carbonate" as a noun, not adjective.
Example (from a documentary):

A broad suite of organisms need carbonate to grow their skeletons.

What is the special terminology in Chemistry?

Chemical formula is CO2−3.
Is it "εστέρας ανθρακικού οξέος"?

Thank you.
 
Last edited:
  • Νομίζω είναι α) καρβονοποίηση, β) ενανθράκωση. Δεν γνωρίζω ποιο από τα δύο είναι το σωστό, δεν είμαι χημικός. Αν επέλεγα, θα έλεγα το δεύτερο.
    Στην ελληνική wiki το CO2-3 το αναφέρει ως ανθρακικό ιόν ή εστέρα του ανθρακικού οξέος
     

    Dimitris29

    Senior Member
    Greek
    Λοιπόν, το βρήκα σε άλλο φόρουμ, αλλά όχι ως μεμονωμένο ουσιαστικό.
    Αναγκαστικά είναι "ανθρακικό άλας" ή "ανθρακικό ανιόν". Ταιριάζει ο χημικός τύπος. Προτιμώ το πρώτο.
    Τώρα αν κάποιος χημικός το γνωρίζει σίγουρα, εδώ είμαστε.
    Η "ενανθράκωση" είναι "εμπλουτισμός μετάλλου με άνθρακα, προκειμένου να αποκτήσει επιθυμητές μηχανικές ιδιότητες",
    από το lexigram.
    Οπότε, αποκλείεται σίγουρα, καθώς το κείμενο αναφέρεται σε έμβιους οργανισμούς.
    "Καρβονοποίηση" νομίζω ότι είναι ένα αποτέλεσμα κάποιας διαδικασίας καύσης.
     

    Αγγελος

    Senior Member
    Greek
    Names of salts are formed with the acid as an adjective and the metal as a noun in Greek. Thus, for 'sodium carbonate' or 'copper sulfate' we literally say 'carbonic sodium', ανθρακικό νάτριο, and 'sulfuric copper', θειικός χαλκός.
    So 'carbonates' are simply 'ανθρακικά άλατα'.
     
    Top