English to Greek grog

Dictionary entry: grog
< Previous | Next >

Sadramistes

New Member
Greek
Σπασμένα ή συνθλιμένα αποτμήματα κεραμικής, τούβλου ή άλλου υλικού που έχει υποστεί όπτηση που ανακυκλώνονται σε άλλα κεραμικά προϊόντα σαν μέσο για την αποτροπή συρρίκνωσης ή δημιουργία σπασίματος.
 
  • Iraklakos

    Senior Member
    Dictionary Editor
    Greek, German - Austria
    Ευχαριστούμε για το σχόλιό σας! Δεν καταλαβαίνω όμως τι ακριβώς θέλετε να μας επισημάνετε. Παρακαλώ, διευκρινίστε.
     

    Sadramistes

    New Member
    Greek
    Μερικά αγγεία, όπως τα μαγειρικά έχουν την τάση να σπάνε ή να δημιουργούν ρωγμές κατά την όπτηση. Για το grog υπάρχει ορισμός που τον βρήκα σε ένα αρχαιολογικό βιβλίο του Pena, "Roman Pottery in the archaeological record" όπου αναφέρεται σε σπασμένα αγγεία ή απότμήματα αγγείων που έχουν συνθλιβεί (έχουν γίνει σκόνη) και τα ενσωμάτωναν στα μαγειρικά σκεύη κατά την δημιουργία τους ώστε να είναι πιο ανθεκτικά. Ελπίζω να βοήθησα.
     
    < Previous | Next >
    Top