closed

  1. R

    English base fortitude

    fortitude /ˈfɔːtɪtjuːd/ noun courage in pain or adversity. "she endured her illness with great fortitude" Similar: courage bravery strength of mind strength of character moral strength toughness of spirit firmness of purpose strong-mindedness resilience backbone spine...
  2. D

    English to Greek chesty

    add also βυζού inside the determiner parenthesis of entry 1, add: catarrhal lungs
  3. Α

    English to Greek commensal

    συνδαιτυμόνας, συμφάγος α θ, συμφάγο ο συνδαιτυμόνας με υ!
  4. P

    English base quadrant

    (one of the four infinite two-dimensional Cartesian system sub-regions) τεταρτημόριο ο not necessarily τεταρτοκύκλιο (which is a hyponym) Keep it, but fix the presentation.
  5. Α

    English to Greek supernatant

    υπέρνηχος α, υπέρνηχη θ, υπέρνηχο ο (βλ. Latin: natare, Greek: νήχω)
  6. ?

    English to Greek follicle

    θύλακος και για άλλα κύτταρα, πχ λεμφοκύτταρα βλ. Dan Littman - 2 - HHMI - YouTube
  7. V

    English base instrumentation

    (science) πειραματικά όργανα (συνήθως συγκεκριμένου πειράματος)
  8. 🍓

    English to Greek inspiral

    adjective (astronomy) τροχιάς που οδηγεί σε σύγκρουση, συρρικνούμενης τροχιάς, ενδοτροχιάς
  9. 💥

    English to Greek erupt

    ο, η εκρηχθείς α θ (με ει), το εκρηχθέν ο
  10. O

    English to Greek belie

    κάποιες φορές μεταφράζουμε ως "διαψεύδω", ως μονήρη όρο
  11. O

    English to Greek belie

    synonyms: contradict be at odds with call into question give the lie to show/prove to be false disprove debunk discredit explode knock the bottom out of shoot full of holes shoot down (in flames) controvert confute negative conceal cover disguise misrepresent falsify distort...
  12. R

    English to Greek faculty

    διανοητική ικανότητα
  13. Λ

    English to Greek aforementioned

    προειπωμένος
  14. Α

    English to Greek yawn

    χασμολογώ, χασμομιλώ
  15. Α

    English to Greek rake in money

    (phrasal verb) χέζομαι στο τάλιρο
  16. ˌ

    English to Greek insusceptible

    delete your erroneous pronunciation this is the correct: /ˌɪnsəˈsɛptɪb(ə)l/
  17. H

    English to Greek sporulate

    (microbiology) σποριογονώ, σποριώνω
  18. 🚺

    English to Greek ethos

    χαρακτήρας the characteristic spirit of a culture, era, or community as manifested in its attitudes and aspirations
  19. Α

    English to Greek stumble

    σκουντουφλώ πρέπει να τα γράφεις όλα διότι το παρόν λεξικό αποτελεί πολιτισμό μου και απαιτώ ΠΛΗΡΗ καταγραφή
  20. G

    English to Italian teeming

    La traduzione dell'esempio non è quella corretta
  21. D

    English to Greek suppose

    They were supposed to fly to Athens this morning. Επρόκειτο να πετάξουν στην Αθήνα σήμερα το πρωί.
  22. M

    English to Greek moiety

    (mereology) ημιμερές
  23. Κ

    English to Greek micelle

    Μικύλλιο (αγγλικά: micelle < λατινικά: mica «ψίχουλο, θρύμμα») στη χημεία, είναι σωματίδιο μεγέθους κολλοειδούςπου σχηματίζεται συνήθως στο νερόαπό τη σύζευξη μορίων ή ιόντων, τα οποία έχουν ένα υδρόφιλο και ένα υδρόφοβο άκρο. Η ελληνοποίηση είναι ανέτυμη - ανετυμολόγητη. Να διαγραφεί!
  24. Μ

    English to Greek micelle

    μικκύλιο ή μικκύλο [ΕΤΥΜΟΛ. < μικκός + υποκορ. κατάλ. -ύλος, πρβλ. ερωτ-ύλος]
  25. Ο

    English to Greek bobtail

    κολοβός α, κολοβή θ, κολοβό ο είτε επίκτητα, είτε εκ γενετής πχ bobtail squid Δίνεις πολύ έμφαση στα άλογα μα αφορά όλα τα ζώα που δύνανται να φέρουν ουρά.
  26. H

    English to Greek quorum sensing

    correction: ανίχνευση
  27. Β

    English to Greek quorum sensing

    (microbiology, bacteria) ανιχνεύση απαρτίας, βακτηριακή διακυτοέγερση το κύτταρο (δύο τ), το κύτος, το κυτίο (ένα τ) (η λέξη κήτος έχει άλλο έτυμο)
  28. Α

    English to Greek wade

    να μη γράφουμε υδροβατώ, διότι βοηθά
  29. T

    English base respite care

    respite care (relief given to carers/caregivers of a sick or disabled person) = ανακούφιση του φροντιστή (αρρώστου/ασθενή) Example sentences below - from http://digilib.teiemt.gr/jspui/bitstream/123456789/4035/1/DIDZ01Z0089.pdf - Έτσι η μεγαλύτερη ανάγκη των φροντιστών δεν είναι η ίαση των...
  30. T

    English to Greek palliative care

    palliative care = παρηγορική φροντίδα example: Ελληνική Εταιρεία Θεραπείας Πόνου & Παρηγορικής Φροντίδας, https://grpalliative.gr
  31. D

    English to Greek despondency

    αποκαρδίωση
  32. B

    English to Greek prescient

    όχι ακριβώς: οραματιστής prophetic predictive visionary psychic clairvoyant far-seeing far-sighted with foresight prognostic divinatory oracular sibylline apocalyptic fateful revelatory insightful intuitive perceptive percipient foreknowing previsional vatic mantic...
  33. S

    English base pronk

    (four-limbed jump) αψιδοπήδημα, καμαροπήδημα
  34. C

    English base spiritual experience

    spiritual experience = υπερβατική εμπειρία
  35. Ά

    English to Greek wren

    Λέγεται και βασιλίσκος.
  36. C

    English to Greek negro

    αράπακλας
  37. Β

    English base pull down

    κατεδαφίζω
  38. A

    English base personocrat

    1. (philosophy) personhood-biased 2. (sociology) personhood focused 3. (politics) supporting the rights of the individual
  39. Φ

    English to Greek drifter

    άστεγος
  40. N

    English to Greek gilding

    add also: επιχρύσωση
  41. T

    English to Greek serendipity

    ευτύχημα (but this noun has other uses)
  42. Α

    English to Greek serendipity

    τυχαιρότητα (Google it, and select again τυχαιρότητα, it exists) not randomness, not τυχαιότητα
  43. A

    English to Greek churchy

    χριστόχαυλος
  44. ?

    English to Greek extinct

    εκλιπών εκλιπούσα εκλιπόν
  45. S

    English base adiabatic process

    Αδιαβατική μεταβολή - Βικιπαίδεια (physics) αδιαβατική μεταβολή Necessarily add that because you cause me harm, not allowing me to cite you.
  46. 🗾

    English base anti-Shinto

    1. opposition to Sinto (native Japanese religion) 2. opposition to the credentials of the Japanese monarchy, and direct opposition to Japanese monarchy (Some Japanese are antimonarchists. The Japanese emojis don't include an antimonarchist emoji. In Britain we have a monarchy, but we are more...
  47. M

    English base overproduce

    entry 2 (Oxford Dictionary) record or arrange (a song or piece of music) in such an elaborate way that the spontaneity or artistry of the original material is lost ηχογραφώ επιτηδευμένα, ηχογραφώ ακριβά μα χωρίς ψυχή το ίδιο με το ρήμα βιντεοσκοπώ
  48. A

    English base godlessness

    add also anti-Shinto (atheism)
  49. F

    English base ασθενικός

    tenuous /ˈtɛnjʊəs/ adjective very weak or slight. "the tenuous link between interest rates and investment" Similar: slight insubstantial flimsy negligible weak fragile shaky sketchy doubtful dubious questionable suspect vague nebulous hazy unspecific...
  50. P

    English base precosmic

    https://en.oxforddictionaries.com › ... precosmic | Definition of precosmic in English by Oxford Dictionaries Definition of precosmic - Previous to the cosmos; existing before the world.
Top